Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ostentatious
01
επίδειξη, φανταχτερός
displaying wealth, luxury, or importance to attract attention or impress others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ostentatious
συγκριτικός βαθμός
more ostentatious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rock star was known for his ostentatious style of wearing expensive jewel-encrusted costumes on stage.
Ο ροκ σταρ ήταν γνωστός για το επιδεικτικό στυλ του να φοράει ακριβά κοστούμια διακοσμημένα με κοσμήματα στη σκηνή.
02
επιδεικτικός, φανταχτερός
(of a display) tawdry or vulgar
Λεξικό Δέντρο
ostentatiously
ostentatiousness
unostentatious
ostentatious
ostentation
ostentate



























