Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ostentate
01
επιδεικνύω, καμαρώνω
display proudly; act ostentatiously or pretentiously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ostentate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ostentates
ενεστώτα μετοχή
ostentating
απλός αόριστος
ostentated
παθητική μετοχή
ostentated
Λεξικό Δέντρο
ostentation
ostentate



























