Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ossify
01
οστεοποιούμαι, μετατρέπομαι σε οστό
to harden and turn into bone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ossify
γ΄ ενικό πρόσωπο
ossifies
ενεστώτα μετοχή
ossifying
απλός αόριστος
ossified
παθητική μετοχή
ossified
Παραδείγματα
Over time, the cartilage will ossify, becoming a solid bone structure.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο χόνδρος θα οστεοποιηθεί, γίνοντας μια σταθερή δομή οστού.
1.1
οστεοποιώ, μετατρέπω σε οστό
to cause something, such as a cartilage, to harden and change into bone
02
οστεοποιώ, καθηλώνω
to cause something, such as an idea, system, habit, etc. to become fixed and opposed to change
Παραδείγματα
They feared that the new regulations would ossify the current system beyond repair.
Φοβόντουσαν ότι οι νέοι κανονισμοί θα οστεώσουν το τρέχον σύστημα πέρα από κάθε επισκευή.
2.1
οστεώνομαι, γίνομαι πολύ άκαμπτος
to become very inflexible and opposed to change
Λεξικό Δέντρο
ossified
ossify



























