Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oscitance
01
χασμουρητό, οσκιτανσία
an involuntary intake of breath through a wide open mouth; usually triggered by fatigue or boredom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oscitances
02
χασμουρητό, υπνηλία
drowsiness and dullness manifested by yawning
Λεξικό Δέντρο
oscitancy
oscitance
oscit



























