Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
orthogonal
01
ορθογώνιος, άσχετος
not pertinent to the matter under consideration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
ορθογώνιος, κάθετος
relating to the angle of 90 degrees
Παραδείγματα
The room was shaped with orthogonal angles to maintain symmetry and balance.
Το δωμάτιο είχε σχήμα με ορθογώνιες γωνίες για να διατηρηθεί η συμμετρία και η ισορροπία.
03
ορθογώνιος, άσχετος
irrelevant or unrelated
Λεξικό Δέντρο
orthogonality
orthogonal
orthogon



























