orthogonal
Pronunciation
/ɔɹˈθɔɡənəɫ/

Ορισμός και σημασία του "orthogonal"στα αγγλικά

orthogonal
01

ορθογώνιος, άσχετος

not pertinent to the matter under consideration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

ορθογώνιος, κάθετος

relating to the angle of 90 degrees
Παραδείγματα
The room was shaped with orthogonal angles to maintain symmetry and balance.
Το δωμάτιο είχε σχήμα με ορθογώνιες γωνίες για να διατηρηθεί η συμμετρία και η ισορροπία.
03

ορθογώνιος, άσχετος

irrelevant or unrelated
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store