Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ornery
01
πεισματάρης, γκρινιάρης
having a bad-tempered or difficult attitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
orniest
συγκριτικός βαθμός
ornerier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ornery dog barked at everyone who passed by.
Το γκρινιάρικο σκυλί γάβγιζε σε όλους όσους περνούσαν.
Λεξικό Δέντρο
orneriness
ornery
orner



























