Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ornery
01
πεισματάρης, γκρινιάρης
having a bad-tempered or difficult attitude
Παραδείγματα
The ornery child refused to share his toys.
Το δύστροπο παιδί αρνήθηκε να μοιραστεί τα παιχνίδια του.
The ornery man yelled at the workers for no reason.
Ο δύστροπος άνδρας φώναξε στους εργάτες χωρίς λόγο.
Λεξικό Δέντρο
orneriness
ornery
orner



























