autochthonic
autochthonic
ɔ:təkθɒnɪk
οτακθονικ

Ορισμός και σημασία του "autochthonic"στα αγγλικά

autochthonic
01

αυτόχθων, γηγενής

originating where it is found 
autochthonic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, geography, origin

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

autochthonic
chthonic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store