Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
originative
01
δημιουργικός, πρωτότυπος
(of a person) having the ability to create new and original ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most originative
συγκριτικός βαθμός
more originative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is an originative artist with a unique vision.
Είναι μια πρωτότυπη καλλιτέχνις με μια μοναδική όραση.
02
δημιουργικός, καινοτόμος
capable of producing original ideas or methods, often leading to groundbreaking developments
Παραδείγματα
His originative contributions to technology revolutionized the way we use smartphones.
Οι πρωτότυπες συνεισφορές του στην τεχνολογία επανάστασαν τον τρόπο που χρησιμοποιούμε τα smartphones.
Λεξικό Δέντρο
originative
originate
origin



























