Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
authoritatively
01
επιτακτικά, με αυθεντία
with authority, expertise, and a commanding or official demeanor
Παραδείγματα
The CEO presented the company 's strategic plan authoritatively at the conference.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος παρουσίασε το στρατηγικό σχέδιο της εταιρείας με αυθεντία στο συνέδριο.
Λεξικό Δέντρο
authoritatively
authoritative
authoritarian
authority



























