Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
authoritative
01
αυταρχικός, που εμπνέει αυθεντία
having a confident and commanding presence that conveys authority and expertise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most authoritative
συγκριτικός βαθμός
more authoritative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The judge 's authoritative decision ended the debate immediately.
Η αυταρχική απόφαση του δικαστή τερμάτισε αμέσως τη συζήτηση.
02
επίσημος, εξουσιοδοτημένος
sanctioned by established authority
03
αυταρχικός, αξιόπιστος
of recognized authority or excellence
Λεξικό Δέντρο
authoritatively
authoritative
authoritarian
authority



























