orchard
or
ˈɔ:
aw
chard
ʧəd
chēd

Ορισμός και σημασία του "orchard"στα αγγλικά

01

οπωρώνας, κηπευτικό

an area of land that is usually enclosed and is used to grow fruit trees in 
orchard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
orchards
Παραδείγματα
The children picked apples in the orchard. 

Τα παιδιά μάζεψαν μήλα στον κηπουρότοπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store