orchard
or
ˈɔr
ορ
chard
ʧərd
τσαρντ
/ˈɔːʧəd/

Ορισμός και σημασία του "orchard"στα αγγλικά

01

οπωρώνας, κηπευτικό

an area of land that is usually enclosed and is used to grow fruit trees in
orchard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
orchards
Παραδείγματα
Bees help pollinate flowers in the orchard.
Οι μέλισσες βοηθούν στην επικονίαση των λουλουδιών στον κηπευτή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store