Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
orchestral
01
ορχηστρικός
made for or related to an orchestra, typically involving a wide range of instruments playing together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The orchestral performance captivated the audience with its grandeur and complexity.
Η ορχηστρική παράσταση γοήτευσε το κοινό με τη μεγαλοπρέπεια και την πολυπλοκότητά της.



























