Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Orbit
01
τροχιά, περιφορά
the path an object in the space follows to move around a planet, star, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
orbits
Παραδείγματα
The satellite was placed into a stable orbit to continuously monitor weather patterns from space.
Ο δορυφόρος τοποθετήθηκε σε μια σταθερή τροχιά για να παρακολουθεί συνεχώς τα καιρικά μοτίβα από το διάστημα.
02
σφαίρα επιρροής, πεδίο δράσης
an area in which something operates, exerts influence, or holds power
Παραδείγματα
The corporation extended its orbit into international markets.
Η εταιρεία επέκτεινε την τροχιά της στις διεθνείς αγορές.
03
σφαίρα, τροχιά
a particular environment, sphere, or walk of life
Παραδείγματα
She moved in the orbit of the fashion industry.
Κινούνταν στην τροχιά της βιομηχανίας μόδας.
04
κοιλότητα του ματιού, όγκος
the hollow in the skull that holds and supports the eyeball
Παραδείγματα
The fracture damaged the orbit around his eye.
Το κάταγμα κατέστρεψε το οφθαλμικό κόγχη γύρω από το μάτι του.
05
τροχιά, διαδρομή
the path followed by an electron around an atom's nucleus
Παραδείγματα
The orbit of an electron affects chemical bonding.
Η τροχιά ενός ηλεκτρονίου επηρεάζει τον χημικό δεσμό.
to orbit
01
περιστρέφομαι, κυκλοφορώ
to move around a star, planet, or a large object in space
Transitive: to orbit a planet or star | to orbit around a planet or star
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
orbit
γ΄ ενικό πρόσωπο
orbits
ενεστώτα μετοχή
orbiting
απλός αόριστος
orbited
παθητική μετοχή
orbited
Παραδείγματα
The moon orbits around the Earth once every 27.3 days.
Το φεγγάρι περιστρέφεται γύρω από τη Γη κάθε 27,3 ημέρες.



























