Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oratory
01
ρητορική, ευγλωττία
the art or practice of formal public speaking and debate
Παραδείγματα
Ancient Greek and Roman scholars placed high value on the study and practice of rhetoric and oratory.
Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι λόγιοι έδιναν μεγάλη αξία στη μελέτη και την πρακτική της ρητορείας και της ρητορικής.
02
προσευχητήριο, ιδιωτικό παρεκκλήσι
a small private place set aside for prayer or religious worship
Παραδείγματα
The monastery's oratory provides a quiet space for individual devotion and meditation.
Το προσευχητήριο της μονής παρέχει έναν ήσυχο χώρο για ατομική προσευχή και διαλογισμό.



























