to orate
o
ɒ
o
rate
ˈreɪt
reit
ovateornate

Ορισμός και σημασία του "orate"στα αγγλικά

to orate
01

αγορεύω, μιλώ επίσημα και εκτενώς

to speak formally and at length, especially in a public setting 
Intransitive
to orate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
orate
γ΄ ενικό πρόσωπο
orates
ενεστώτα μετοχή
orating
απλός αόριστος
orated
παθητική μετοχή
orated
Παραδείγματα
The presidential candidates orated passionately about their visions during the debates. 

Οι προεδρικοί υποψήφιοι απεφθέγξαν με πάθος για τα οράματά τους κατά τη διάρκεια των διαβουλίων.

Λεξικό Δέντρο

oration
orate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store