Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to orate
01
αγορεύω, μιλώ επίσημα και εκτενώς
to speak formally and at length, especially in a public setting
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
orate
γ΄ ενικό πρόσωπο
orates
ενεστώτα μετοχή
orating
απλός αόριστος
orated
παθητική μετοχή
orated
Παραδείγματα
The leader stepped forward to orate about the organization's goals and future plans.
Ο ηγέτης προχώρησε μπροστά για να αγορεύσει για τους στόχους και τα μελλοντικά σχέδια του οργανισμού.
Λεξικό Δέντρο
oration
orate



























