orate
o
ˈo:
ω
rate
reɪt
ρειτ
/ˈɔːɹe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "orate"στα αγγλικά

to orate
01

αγορεύω, μιλώ επίσημα και εκτενώς

to speak formally and at length, especially in a public setting
Intransitive
to orate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
orate
γ΄ ενικό πρόσωπο
orates
ενεστώτα μετοχή
orating
απλός αόριστος
orated
παθητική μετοχή
orated
Παραδείγματα
The leader stepped forward to orate about the organization's goals and future plans.
Ο ηγέτης προχώρησε μπροστά για να αγορεύσει για τους στόχους και τα μελλοντικά σχέδια του οργανισμού.

Λεξικό Δέντρο

oration
orate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store