Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
optical
01
οπτικός, οπτικός
relating to sight or vision
Παραδείγματα
The company specializes in producing high-quality optical equipment for scientific research.
Η εταιρεία ειδικεύεται στην παραγωγή υψηλής ποιότητας οπτικού εξοπλισμού για επιστημονική έρευνα.
02
οπτικός, οπτικός
of or relating to light, the behavior of light, or the science of optics
Παραδείγματα
The optical properties of the material affect how it reflects light.
Οι οπτικές ιδιότητες του υλικού επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντανακλά το φως.
03
οπτικός, οφθαλμικός
of or relating to the eye
Παραδείγματα
The study focused on the optical system in vertebrates.
Η μελέτη επικεντρώθηκε στο οπτικό σύστημα των σπονδυλωτών.
Λεξικό Δέντρο
optically
optical
optic
opt



























