optical
op
ˈɒp
op
ti
ti
cal
kəl
kēl
optimal

Ορισμός και σημασία του "optical"στα αγγλικά

01

οπτικός, οπτικός

relating to sight or vision 
optical definition and meaning
Παραδείγματα
Optical illusions play tricks on the mind, challenging our perception of reality. 

Οι οπτικές ψευδαισθήσεις παίζουν με το μυαλό, προκαλώντας την αντίληψή μας για την πραγματικότητα.

02

οπτικός, οπτικός

of or relating to light, the behavior of light, or the science of optics 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The telescope uses an optical system to magnify distant stars. 

Το τηλεσκόπιο χρησιμοποιεί ένα οπτικό σύστημα για τη μεγέθυνση των μακρινών αστεριών.

03

οπτικός, οφθαλμικός

of or relating to the eye 
Παραδείγματα
The optical nerve transmits signals from the retina to the brain. 

Το οπτικό νεύρο μεταδίδει σήματα από τον αμφιβληστροειδή στον εγκέφαλο.

Λεξικό Δέντρο

optically
optical
optic
opt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store