to opt
Pronunciation
/ˈɑpt/

Ορισμός και σημασία του "opt"στα αγγλικά

to opt
01

επιλέγω, διαλέγω

to choose something over something else
Intransitive: to opt for a specific option
to opt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
opt
γ΄ ενικό πρόσωπο
opts
ενεστώτα μετοχή
opting
απλός αόριστος
opted
παθητική μετοχή
opted
Παραδείγματα
The company decided to opt for a more sustainable packaging solution to reduce environmental impact.
Η εταιρεία αποφάσισε να επιλέξει μια πιο βιώσιμη λύση συσκευασίας για να μειώσει την περιβαλλοντική επίπτωση.

Λεξικό Δέντρο

optative
optative
option
opt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store