Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to opt
01
επιλέγω, διαλέγω
to choose something over something else
Intransitive: to opt for a specific option
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
opt
γ΄ ενικό πρόσωπο
opts
ενεστώτα μετοχή
opting
απλός αόριστος
opted
παθητική μετοχή
opted
Παραδείγματα
Given the tight schedule, she decided to opt for the quicker route to the airport.
Δεδομένου του σφιχτού προγράμματος, αποφάσισε να επιλέξει την ταχύτερη διαδρομή προς το αεροδρόμιο.
Λεξικό Δέντρο
optative
optative
option
opt



























