Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to opt
01
επιλέγω, διαλέγω
to choose something over something else
Intransitive: to opt for a specific option
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
opt
γ΄ ενικό πρόσωπο
opts
ενεστώτα μετοχή
opting
απλός αόριστος
opted
παθητική μετοχή
opted
Παραδείγματα
The company decided to opt for a more sustainable packaging solution to reduce environmental impact.
Η εταιρεία αποφάσισε να επιλέξει μια πιο βιώσιμη λύση συσκευασίας για να μειώσει την περιβαλλοντική επίπτωση.
Λεξικό Δέντρο
optative
optative
option
opt



























