Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
opposed
01
αντίθετος, εναντιούμενος
trying to stop something because one strongly disagrees with it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most opposed
συγκριτικός βαθμός
more opposed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The community members were opposed to the construction of the new highway through their neighborhood due to concerns about increased traffic and noise pollution.
Τα μέλη της κοινότητας ήταν αντίθετα στην κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου μέσα από τη γειτονιά τους λόγω ανησυχιών για αυξημένη κυκλοφορία και ηχορύπανση.
Λεξικό Δέντρο
unopposed
opposed
oppose



























