opinionated
Pronunciation
/əˈpɪnjəˌneɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "opinionated"στα αγγλικά

opinionated
01

πεισματάρης, ρυθμικό τροτάρισμα σε ένα σημείο

a cadenced trot executed by the horse in one spot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most opinionated
συγκριτικός βαθμός
more opinionated
διαβαθμίσιμο
02

πεισματάρης, επίμονος στις απόψεις του

having strong opinions and not willing to change them
Παραδείγματα
She remained opinionated despite the new evidence.
Παραμένει πεισματάρης παρά τα νέα στοιχεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store