Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
opinionated
01
πεισματάρης, ρυθμικό τροτάρισμα σε ένα σημείο
a cadenced trot executed by the horse in one spot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most opinionated
συγκριτικός βαθμός
more opinionated
διαβαθμίσιμο
02
πεισματάρης, επίμονος στις απόψεις του
having strong opinions and not willing to change them
Παραδείγματα
She remained opinionated despite the new evidence.
Παραμένει πεισματάρης παρά τα νέα στοιχεία.



























