operose
ope
ˈəʊp
ewp
rose
rəʊz
rewz

Ορισμός και σημασία του "operose"στα αγγλικά

01

επίπονος, κουραστικός

requiring considerable effort, often in a slow or tedious manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most operose
συγκριτικός βαθμός
more operose
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effort, process, work
Παραδείγματα
Her operose efforts in the kitchen resulted in a beautiful feast. 

Οι επίπονες προσπάθειές της στην κουζίνα οδήγησαν σε ένα όμορφο γεύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

operoseness
operose
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store