open-minded
o
əʊ
ew
pen
pən
pēn
min
maɪn
main
ded
dɪd
did

Ορισμός και σημασία του "open-minded"στα αγγλικά

open-minded
01

ανοιχτόμυαλος, ανεκτικός

ready to accept or listen to different views and opinions 
open-minded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most open-minded
συγκριτικός βαθμός
more open-minded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The open-minded teacher encouraged her students to explore different viewpoints and challenge their own beliefs. 

Ο ανοιχτόμυαλος δάσκαλος ενθάρρυνε τους μαθητές της να εξερευνήσουν διαφορετικές απόψεις και να αμφισβητήσουν τις δικές τους πεποιθήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store