Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ooze
01
διαρρέω, στάζω αργά
to slowly leak or pass through small openings
Intransitive
Παραδείγματα
The juice oozed from the orange as she squeezed it.
Ο χυμός στάζει από το πορτοκάλι καθώς το ζούληξε.
02
διαρρέω, στάζω
to release or let out a thick, sticky liquid
Transitive: to ooze a thick liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ooze
γ΄ ενικό πρόσωπο
oozes
ενεστώτα μετοχή
oozing
απλός αόριστος
oozed
παθητική μετοχή
oozed
Παραδείγματα
The old sponge oozed water when squeezed too hard.
Το παλιό σφουγγάρι στάζει νερό όταν πιέζεται πολύ δυνατά.
Ooze
01
διαρροή, έκκριση
the process of seeping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
λάσπη, βόρβορος
any thick, viscous matter



























