to ooze
ooze
uz
ooz
museloosrusefuse

Ορισμός και σημασία του "ooze"στα αγγλικά

to ooze
01

διαρρέω, στάζω αργά

to slowly leak or pass through small openings 
Intransitive
to ooze definition and meaning
Παραδείγματα
The thick mud oozed between his toes as he walked through the marsh. 

Ο παχύς βάλτος στάζει ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών του καθώς περπατούσε μέσα από τον βάλτο.

02

διαρρέω, στάζω

to release or let out a thick, sticky liquid 
Transitive: to ooze a thick liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ooze
γ΄ ενικό πρόσωπο
oozes
ενεστώτα μετοχή
oozing
απλός αόριστος
oozed
παθητική μετοχή
oozed
Παραδείγματα
The wound began to ooze blood after the bandage was removed. 

Η πληγή άρχισε να στάζει αίμα μετά την αφαίρεση του επίδεσμου.

01

διαρροή, έκκριση

the process of seeping 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

λάσπη, βόρβορος

any thick, viscous matter 

Λεξικό Δέντρο

oozing
oozing
ooze
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store