Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Opal
01
οπάλιο
a semi-precious gemstone that is softer than quartz and its white color shifts under the light, used in jewelry making
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
opals
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
opalize
opal



























