one and only
one
wʌn
ουαν
and
ənd
ανντ
only
əʊnli
εουνλι

Ορισμός και σημασία του "one and only"στα αγγλικά

one and only
01

μοναδικός, ένας και μοναδικός

existing as the sole or unique instance of something, with no others like it. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
uniqueness, relationships, identity
Παραδείγματα
He was her one and only true love, unmatched by anyone else. 

Ήταν ο μοναδικός και μοναχικός αληθινός έρωτάς της, ασύγκριτος με οποιονδήποτε άλλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store