one-person
one
wʌnpɜ:sən
vanpēsēn
person

Ορισμός και σημασία του "one-person"στα αγγλικά

one-person
01

μονού ατόμου, ατομικός

created for the use or occupancy of a single individual only 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
accommodation, capacity, design
Παραδείγματα
The small studio apartment was ideal as a one-person living space. 

Το μικρό στούντιο ήταν ιδανικό ως χώρος διαβίωσης για ένα άτομο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store