to one-shot
Pronunciation
/wˈʌnʃˈɑːt/
/wˈɒnʃˈɒt/

Ορισμός και σημασία του "one-shot"στα αγγλικά

to one-shot
01

σκοτώνω με ένα χτύπημα, εξοντώνω με μια βολή

(gaming) to kill instantly with a single hit
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
one-shot
γ΄ ενικό πρόσωπο
one-shots
ενεστώτα μετοχή
one-shotting
απλός αόριστος
one-shotted
παθητική μετοχή
one-shotted
Παραδείγματα
He tried to one-shot the dragon but failed.
Προσπάθησε να one-shot τον δράκο αλλά απέτυχε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store