Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to one-shot
01
σκοτώνω με ένα χτύπημα, εξοντώνω με μια βολή
(gaming) to kill instantly with a single hit
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
one-shot
γ΄ ενικό πρόσωπο
one-shots
ενεστώτα μετοχή
one-shotting
απλός αόριστος
one-shotted
παθητική μετοχή
one-shotted
Παραδείγματα
The sniper one-shot me.
Ο ελεύθερος σκοπευτής με έβγαλε με μία βολή.



























