on-the-job
Pronunciation
/ɑːnðədʒˈɑːb/

Ορισμός και σημασία του "on-the-job"στα αγγλικά

on-the-job
01

στο χώρο εργασίας, κατά τη διάρκεια εργασίας

(of activities or tasks) performed while working for an employer or during the course of one's employment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store