olde-worlde
olde
əʊldiwɜ:ldi
ewldivēldi
worlde
olde worlde

Ορισμός και σημασία του "olde-worlde"στα αγγλικά

olde-worlde
01

με παλαιούς τρόπους, με παραδοσιακή γοητεία

styled in a deliberately old-fashioned or traditional way, often to create a quaint, charming, or nostalgic atmosphere 
Dialectbritish flagBritish
ανεπίσημο
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most olde-worlde
συγκριτικός βαθμός
more olde-worlde
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The village pub has an olde worlde charm, with timber beams and stone floors. 

Το χωριάτικο παμπ έχει μια olde-worlde γοητεία, με ξύλινες δοκούς και πέτρινα δάπεδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store