Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Occupant
01
κάτοικος, ενοικιαστής
a person who resides or occupies a particular space, such as a building, room, or vehicle
Παραδείγματα
The abandoned mansion stood silent and empty, its only occupants the memories of days gone by.
Το εγκαταλειμμένο αρχοντικό στεκόταν σιωπηλό και άδειο, οι μόνοι κάτοικοί του ήταν οι αναμνήσεις των περασμένων ημερών.



























