occultation
Pronunciation
/ˌɑːkəltˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "occultation"στα αγγλικά

01

επισκίαση, έκλειψη

one celestial body obscures another
occultation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
occultations
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store