Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
occupational
01
επαγγελματικός, σχετικός με την εργασία
related to a particular occupation, profession, or job
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
work, profession, safety
Παραδείγματα
Occupational hazards pose risks to workers' health and safety.
Οι επαγγελματικοί κίνδυνοι θέτουν σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
occupational
occupation



























