Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obviate
01
καταργώ την ανάγκη, εξαλείφω την επιπλοκή
to eliminate a requirement or complication by providing a solution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
obviates
ενεστώτα μετοχή
obviating
απλός αόριστος
obviated
παθητική μετοχή
obviated
Παραδείγματα
The new software obviates the need for manual data entry.
Το νέο λογισμικό αποφεύγει την ανάγκη χειροκίνητης εισαγωγής δεδομένων.
02
προλαμβάνω, αποφεύγω
to anticipate and act in a way that prevents a negative outcome from occurring
Παραδείγματα
Regular maintenance obviates costly repairs down the line.
Η τακτική συντήρηση αποτρέπει δαπανηρές επισκευές στο μέλλον.
Λεξικό Δέντρο
obviating
obviation
obviate



























