Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obtrude
01
επιβάλλομαι, παρεμβαίνω
to force oneself in a situation in which one is not welcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obtrude
γ΄ ενικό πρόσωπο
obtrudes
ενεστώτα μετοχή
obtruding
απλός αόριστος
obtruded
παθητική μετοχή
obtruded
02
επιβάλλω, παρεμβαίνω
to impose something on an unwilling person



























