obliging
ob
ˈəb
αμπ
li
laɪ
λαι
ging
ʤɪng
τζινγκ

Ορισμός και σημασία του "obliging"στα αγγλικά

01

εξυπηρετικός, φιλόφρων

showing a cheerful willingness to do favors for others 
obliging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most obliging
συγκριτικός βαθμός
more obliging
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, social

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disobliging
obligingly
obligingness
obliging
oblige
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store