Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to objurgate
01
επιπλήττω, αποπαίρνω σοβαρά
to severely scold or express disapproval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
objurgate
γ΄ ενικό πρόσωπο
objurgates
ενεστώτα μετοχή
objurgating
απλός αόριστος
objurgated
παθητική μετοχή
objurgated
Παραδείγματα
He was objurgating his son for not following the house rules.
Επίπληττε αυστηρά τον γιο του για μη τήρηση των κανόνων του σπιτιού.
02
αποδοκιμάζω αυστηρά, επιπλήττω σφοδρά
censure severely
Λεξικό Δέντρο
objurgation
objurgate



























