to objurgate
ob
ˈɒb
ob
jur
ʤə
gate
ˌgeɪt
geit

Ορισμός και σημασία του "objurgate"στα αγγλικά

to objurgate
01

επιπλήττω, αποπαίρνω σοβαρά

to severely scold or express disapproval 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
objurgate
γ΄ ενικό πρόσωπο
objurgates
ενεστώτα μετοχή
objurgating
απλός αόριστος
objurgated
παθητική μετοχή
objurgated
Παραδείγματα
The teacher objurgated the students for their lack of preparation. 

Ο δάσκαλος επέπληξε τους μαθητές για την έλλειψη προετοιμασίας τους.

02

αποδοκιμάζω αυστηρά, επιπλήττω σφοδρά

censure severely 

Λεξικό Δέντρο

objurgation
objurgate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store