Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
objectively
01
αντικειμενικά, με αντικειμενικό τρόπο
in a manner based on facts rather than personal feelings, opinions, or biases
Παραδείγματα
He tried, though upset, to respond as objectively as possible.
Προσπάθησε, αν και αναστατωμένος, να απαντήσει όσο πιο αντικειμενικά γίνεται.
02
αντικειμενικά, με αντικειμενικό τρόπο
in a way that exists independently of thought, belief, or personal perception
Παραδείγματα
She insisted that beauty can not be defined objectively, but he disagreed.
Επέμενε ότι η ομορφιά δεν μπορεί να οριστεί αντικειμενικά, αλλά αυτός διαφώνησε.
Λεξικό Δέντρο
objectively
objective
object



























