obese
o
əʊ
ew
bese
ˈbi:s
bis

Ορισμός και σημασία του "obese"στα αγγλικά

01

παχύσαρκος, υπέρβαρος

extremely overweight, with excess body fat that significantly increases health risks 
obese definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most obese
συγκριτικός βαθμός
more obese
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Due to his sedentary lifestyle and poor diet, Tom has become obese. 

Λόγω του καθιστικού τρόπου ζωής και της κακής διατροφής του, ο Τομ έχει γίνει παχύσαρκος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store