to nullify
nu
ˈnʌ
να
lli
λι
fy
faɪ
φαι
nullity

Ορισμός και σημασία του "nullify"στα αγγλικά

to nullify
01

ακυρώνω, αναιρώ

to legally invalidate an agreement, decision, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nullify
γ΄ ενικό πρόσωπο
nullifies
ενεστώτα μετοχή
nullifying
απλός αόριστος
nullified
παθητική μετοχή
nullified
Παραδείγματα
The judge decided to nullify the marriage due to fraudulent claims. 

Ο δικαστής αποφάσισε να ακυρώσει τον γάμο λόγω απάτη.

02

ακυρώνω, εξουδετερώνω

make ineffective by counterbalancing the effect of 
03

ακυρώνω, εξουδετερώνω

to counteract or neutralize the intended or anticipated effect of something 
Παραδείγματα
Increased awareness about the dangers of smoking helped nullify big tobacco's marketing campaigns aimed at youth. 

Η αυξημένη ευαισθητοποίηση για τους κινδύνους του καπνίσματος βοήθησε να ακυρωθούν οι εκστρατείες μάρκετινγκ των μεγάλων καπνοβιομηχανιών που στοχεύουν στη νεολαία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nullified
nullifier
nullify
null
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store