Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nuke
01
ζεσταίνω στο μικροκύμα, μαγειρεύω στο μικροκύμα
to heat or cook food rapidly using a microwave oven
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nuke
γ΄ ενικό πρόσωπο
nukes
ενεστώτα μετοχή
nuking
απλός αόριστος
nuked
παθητική μετοχή
nuked
Παραδείγματα
The reheatable breakfast burrito was designed for those who prefer to nuke their morning meals.
Το μπουρίτο πρωινού που μπορεί να ξαναζεσταθεί σχεδιάστηκε για όσους προτιμούν να ζεσταίνουν στο μικροκύμα τα πρωινά τους γεύματα.
02
διαγράφω, απομακρύνω
to remove or get rid of something, often completely or abruptly
Παραδείγματα
They nuked the outdated software from all office computers.
Αφαίρεσαν το ξεπερασμένο λογισμικό από όλους τους υπολογιστές του γραφείου.
03
επιτίθεμαι με ατομικά όπλα, επιτίθεμαι με πυρηνικά όπλα
to attack using atomic weapons
Παραδείγματα
Nuclear war would occur if countries started to nuke each other.
Ο πυρηνικός πόλεμος θα συνέβαινε αν οι χώρες άρχιζαν να βομβαρδίζουν η μία την άλλη.
04
βομβαρδίζω, επιτίθεμαι
to launch a denial-of-service attack against a user or server
Slang
Παραδείγματα
After the outage they found evidence someone had nuked several IPs.
Μετά τη διακοπή, βρήκαν αποδείξεις ότι κάποιος είχε νουκάρει πολλές διευθύνσεις IP.
Nuke
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nukes
Παραδείγματα
The film depicted the detonation of a nuke over a city.
Η ταινία απεικόνισε την έκρηξη μιας πυρηνικής κεφαλής πάνω από μια πόλη.



























