Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Auger
01
τριβείο, σπείρωμα
a long spiral shaped tool used to make holes in wood or soil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
augers
02
εύκαμπτο ατσάλινο πηνίο, μακρύ εύκαμπτο ατσάλινο πηνίο για αποφράξεις
a long flexible steel coil for dislodging stoppages in curved pipes



























