notary
no
ˈnəʊ
new
ta
ry
ri
ri
rotarycoterie

Ορισμός και σημασία του "notary"στα αγγλικά

01

συμβολαιογράφος, δημόσιος υπάλληλος

an official authorized to conduct particular legal formalities, especially to make documents legally acceptable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
notaries
Παραδείγματα
The notary public witnessed the signing of the legal document and affixed their official seal. 

Ο συμβολαιογράφος παρακολούθησε την υπογραφή του νομικού εγγράφου και επέβαλε την επίσημη σφραγίδα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store