to notarize
no
ˈnəʊ
new
ta
rize
raɪz
raiz
notarise

Ορισμός και σημασία του "notarize"στα αγγλικά

to notarize
01

επικυρώνω, νομιμοποιώ

to officially certify a document as a notary public 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
notarize
γ΄ ενικό πρόσωπο
notarizes
ενεστώτα μετοχή
notarizing
απλός αόριστος
notarized
παθητική μετοχή
notarized
Παραδείγματα
She went to the bank to notarize the contract. 

Πήγε στην τράπεζα για να νοταριακώς πιστοποιήσει τη σύμβαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store