Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to notarize
01
επικυρώνω, νομιμοποιώ
to officially certify a document as a notary public
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
notarize
γ΄ ενικό πρόσωπο
notarizes
ενεστώτα μετοχή
notarizing
απλός αόριστος
notarized
παθητική μετοχή
notarized
Παραδείγματα
She went to the bank to notarize the contract.
Πήγε στην τράπεζα για να νοταριακώς πιστοποιήσει τη σύμβαση.
Λεξικό Δέντρο
notarize
notar



























