nostril
Pronunciation
/ˈnɑstɹɪɫ/

Ορισμός και σημασία του "nostril"στα αγγλικά

01

ρωνί, τρύπα της μύτης

either of the two external openings of the nose that one breathes through
nostril definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nostrils
Παραδείγματα
He pinched his nostrils shut to prevent the smell from reaching him.
Σφίγγοντας τις ρωνες του για να αποτρέψει την οσμή από το να τον φτάσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store