Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nostalgia
01
νοσταλγία, λαχτάρα
a warm and wistful emotion of longing or missing past experiences and cherished memories
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Nostalgia swept over her as she returned to her hometown after many years away.
Η νοσταλγία την κυρίευσε καθώς επέστρεψε στην πατρίδα της μετά από πολλά χρόνια απουσίας.



























