Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonplussed
01
σαστισμένος, μπερδεμένος
completely confused or unsure about what to think or say
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonplussed
συγκριτικός βαθμός
more nonplussed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The magician's trick left the audience nonplussed.
Το τρικ του μάγου άφησε το κοινό σαστισμένο.
Λεξικό Δέντρο
nonplussed
nonplus



























